ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ ΕΔΩ...

Αν νοιαζόσουν να μην έφευγες


Ναι, σε σένα μιλάω που έχεις σηκώσει επιδεικτικά το δείχτη σου και μου αραδιάζεις ένα σωρό ανούσιες -για μένα- συμβουλές. Καλά μ' άκουσες. Kι αν όχι, θα στο κάνω λίγο πιο λιανά. Κλείσε το στόμα σου. Αυτά που λες τώρα δε μ' ενδιαφέρουν. Καλύτερα τώρα; Θα ήταν άλλωστε παράλογο ν' ακούσω μία ακόμη λέξη να βγαίνει μ' αυτή την ηλίθια αυτοπεποίθηση απ' το στόμα σου. Ναι, καλά άκουσες. Ηλίθια.

Και αν τώρα αναρωτιέσαι που πήγε εκείνο το κοριτσάκι που λάτρευε τόσο πολύ τον πατέρα του, που άκουγε κάθε πράγμα που ήθελε να του πει, θα σου απαντήσω πως μεγάλωσε κι έβαλε μυαλό. Μα τι σου λέω; Πού να ξέρεις εσύ τι απέγινε εκείνο το κορίτσι; Εσύ ήσουν αυτός που έφυγε πρώτος εγκαταλείποντας την στο έλεος της. Και ήταν μόνο εφτά.

Έφυγες και μαζί σου πήρες κάθε αθώο παιδικό της συναίσθημα. Δεν ένιωθε πια ανάγκη για αγκαλιές από τη μαμά, ούτε τα φιλιά και τα χάδια της ήθελε. Δεν της άρεσε πια να ζωγραφίζει και συνειδητοποίησε πως ήταν απαίσια σε αυτό. Τις κούκλες της ζήτησε από την μητέρα της να τις βάλει στο πιο ψηλό ντουλάπι για να μην τις φτάνει. Γιατί αν τις έπιανε θα έκοβε τα μαλλιά τους ή θα τους έκανε τατουάζ. Και τις λυπόταν. Γιατί άλλωστε να ξεσπάσει σ' αυτές τον "αδικαιολόγητο" γι'αυτήν θυμό;

Σταμάτησε να χορεύει, να τραγουδάει, να χαμογελάει. Θεωρούσε πως πάντα όλα τα έκανε λάθος. Πάντα έλειπε ο ρυθμός στο χορό, μία νότα στο τραγούδι κι ένας λόγος για να χαμογελάσει. Τι κι αν η μητέρα της υποστήριζε το αντίθετο; Αυτή τον πατέρα της άκουγε. Κι αυτός δεν έλεγε τίποτα. Αυτός έλειπε.

Μεγαλώνοντας εστίαζε περισσότερο στα μαθήματα. Να διαβάζει, να καταφέρει να φύγει κι αυτή μακριά από 'δώ. Εκείνος πώς το έκανε άλλωστε; Πήρε το ρόλο της μητέρας προς τα υπόλοιπα αδέλφια της. Ακόμα και στο σχολείο οι δάσκαλοι και μετέπειτα οι καθηγητές, όταν είχαν παράπονο από κάποιον από τους υπόλοιπους τρεις, πήγαιναν πρώτα σ' αυτήν και μετά έπαιρναν τηλέφωνο τη μαμά στο σπίτι. Και ήταν περήφανη γιατί ήταν μόνο δέκα.

Συχνά όμως την έπιανε το παράπονο, το παιδικό παράπονο. Και ήταν αυτό που της υπενθύμιζε πως η ζωή είναι τόσο, μα τόσο μικρή. Κι έφευγε τα βράδια από το σπίτι κρυφά. Γιατί αν το μάθαινε η μητέρα της θα θύμωνε. Και τότε; Τότε τι θα της έλεγε; Πως ήθελε να χαζέψει τ'αστέρια; Σιγά μην την πίστευε. Όμως αυτή αυτό έκανε. Στεκόταν μες στη μέση της μεγάλης αυλής, έβαζε τα χέρια της σαν παρωπίδες και κοιτούσε ψηλά. Για να χάσει για λίγο τον κόσμο γύρω της και να ταξιδέψει. Τα είχε ανάγκη αυτά τα ταξίδια. Τα χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς «πρέπει». Και μέσα απ' αυτά τα βρήκε με τον εαυτό της.

Συνειδητοποίησε πως η απουσία σου, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, την έκανε πιο δυνατή. Δεν είχε ανάγκη κανέναν, ακόμα κι αν επιτόπου σηκωνόταν να φύγει. Και το ήξερε. Όπως ήξερε πως κάποτε θα γυρίσεις ζητώντας και απαιτώντας. Γιατί εσύ μπορεί να έφυγες, αλλά δεν ήσουν έτοιμος γι'αυτή τη φυγή. Γιατί μαζί σου πήρες μόνο τον εαυτό σου. Κι ένας άνθρωπος ζει μέσα από τα συναισθήματα που γεννά και τρέφει για τους άλλους. Κι εσύ δεν είχες κανέναν τέτοιο άνθρωπο.

Η οικογένεια σου ήμασταν μόνο εμείς, άλλωστε. Και ας προσπάθησες στην πορεία να φτιάξεις -ανεπιτυχώς- μία καινούρια. Στο κάτω-κάτω αυτή δεν θα 'φευγε ποτέ μόνη, γιατί ήταν γεμάτη με τόση αγάπη, που πάντα κάποιος θα την ακολουθούσε. Και η δικιά της απουσία θα πονούσε περισσότερο εσένα απ' ότι θα πονούσε η δική σου εμάς.

Γι'αυτό, λοιπόν, άδειασε μου την γωνία. Και να ξέρεις πως μόνο αν μπορούσα να δικαιολογήσω έστω και λίγο τη μίζερη ζωή σου, να της δώσω κάποιο νόημα, μόνο τότε θα καθόμουν ν' ακούσω ακόμα μία σου λέξη. Αλλά δικαιολογία δεν υπάρχει. Και τις συμβουλές σου βάλ' τις εκεί που ξέρεις.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.