Ξόδεψα μια ζωή να σ’αγαπώ κι εσύ δεν κατάλαβες τίποτα.
Ενώ εσύ προχωρούσες μπροστά εγώ έμεινα πίσω να κυνηγάω φαντάσματα. Σαν ένα παλιό ρολόι σταματημένο στην τελευταία μας στιγμή, κόλλησαν οι δείκτες, κόλλησα κι εγώ.
Ο ένας δείκτης στο δώδεκα και ο άλλος στο έξι, έτσι ήμασταν πάντα, τα δύο άκρα αντίθετα.
Δύο δρόμοι παράλληλοι, κανένα σημείο επαφής.
Ενώ εσύ χαμογελούσες εγώ έψαχνα τρόπους να κρύψω τη θλίψη μου και γινόμουν ένας μικρός κλόουν και φόραγα όλα τα χρώματα για να κρύψω το μαύρο πέπλο που ήταν γύρω μου.
Ενώ εσύ κοίταγες τον ήλιο εγώ έψαχνα τα σύννεφα γιατί εκεί μαζί με τη βροχή ένιωθα ασφαλής.
Ενώ εσύ ερωτευόσουν εγώ έφευγα μακριά από τον έρωτα, απαξίωνα την αγάπη, ύψωνα τείχη τόσο ψηλά που να μη μπορεί κανένας να τα φτάσει.
Έχτιζα τις άμυνες μου, περιφρουρούσα τον εαυτό μου τόσο καλά που ξέχασα τα πάντα.
Κάπου εκεί, μπερδεύτηκα, με έχασα, με ξέχασα και με έκλεισα σε ένα χρυσό κλουβί και πέταξα και το κλειδί.
Ενώ εσύ γέμιζες τη ζωή σου με συναισθήματα, με ανθρώπους, εγώ την άδειαζα σιγά σιγά μέχρι που δεν υπήρχε κανείς άλλος γύρω μου. Τους έδιωξα όλους.
Ξέρεις πόσο κουραστικό είναι να δίνεις κάθε μέρα την ίδια παράσταση;
Ένας μονόλογος η ζωή μου και με κούρασε, είχα μάθει τα λόγια απέξω και ανακατωτά.Ήθελα κάποιες φορές να κάνω διάλογο αλλά όσες φορές προσπάθησα να σου μιλήσω πάλι σε μονόλογο κατέληγα.
Ξέρεις πως είναι να έχεις τόσα να δώσεις και να μην έχεις που να τα δώσεις;
Να πλημυρίζεις από αγάπη, από συναισθήματα και να τα κρατάς, να τα μαζεύεις και να τα στοιβάζεις στην αποθήκη της καρδιάς σου;
Ενώ εσύ μεγάλωνες εγώ ένιωθα πως γερνάω γρήγορα, πως δεν έχω πολύ χρόνο και η ανάγκη μου να διώξω όλα τα αποθέματα που τόσα χρόνια είχα μαζέψει ήταν μεγάλη.
Και αλήθεια προσπάθησα, βγήκα να τα μοιράσω, έτσι χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Σε όποιον βρισκόταν μπροστά μου του έδινα και από λίγο. Σε κάποιους έδωσα παραπάνω, κάποιους τους αδίκησα αλλά το μόνο που με ένοιαζε ήταν να αδειάσω όσο πιο γρήγορα γίνεται μήπως και μπορέσω να ξαναγεμίσω αρκεί να έφευγες εσύ από μέσα μου.
Και έδινα, έδινα, έδινα και δεν άδειαζα, δεν λιγόστευαν τα ρημάδια και αναρωτιόμουν πόσο ακόμη;
Ώσπου μεγάλωσα αρκετά και κατάλαβα πως δεν αδειάζεις έτσι εύκολα, είναι όπως εκείνο το αγαπημένο σου ρούχο που έχει φθαρεί αλλά το κρατάς ακόμη.
Όπως εκείνο το cd που έχεις ακούσει χίλιες φορές αλλά δεν λέει να χαλάσει.
Συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να δώσω τίποτα σε κανέναν άνθρωπο γιατί αυτά ανήκουν σε σένα. Γράφουν επάνω το όνομα σου, έχουν το άρωμα σου, τη μορφή σου.
Έμαθα πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί να αγαπήσουν, να νιώσουν και να βιώσουν μια μεγάλη αγάπη και πως προτιμούν να στέκονται να κοιτούν και να μένουν στην επιφάνεια γιατί δεν έχουν το θάρρος να ψάξουν το βάθος κανενός.
Σταμάτησα να σε δικαιολογώ και παραδέχτηκα στον εαυτό μου πως είμαστε τόσο διαφορετικοί όσο η μέρα με τη νύχτα.
Και σου τα είπα όλα, σου τα έγραψα όλα, σου τα ψιθύρισα, σου τα ζωγράφισα, χρησιμοποίησα κάθε τρόπο για να μη σου αφήσω κανένα κενό, να καλύψω την κάθε αμφιβολία σου, αλλά εσύ είχες τα αυτιά σου και τα μάτια σου κλειστά. Καμία από τις πέντε αισθήσεις σου δε λειτουργούσε όταν ήμασταν μαζί.
Γιατί ενώ εσύ κοιμόσουν εγώ σε κοίταγα και παρακαλούσα να σταματήσει ο χρόνος εκεί γιατί η επόμενη μέρα θα φανέρωνε την αλήθεια.
Γιατί ενώ εγώ ξόδευα τη ζωή μου για να σε αγαπώ εσύ τελικά δεν κατάλαβες τίποτα.
Γιατί τελικά αν σταθούμε πλάι πλάι θα φαίνεσαι πολύ μικρός, μια κουκίδα, ένα μικρό παιδί που τώρα μαθαίνει να κάνει τα πρώτα του βήματα ενώ εγώ έχω μάθει ήδη να περπατάω.
Γράφει η Φωτεινή Ελευθεροπούλου
Πηγή
Δεν υπάρχουν σχόλια: